δισεκατομμύριο
[diserkatɔˈmirjɔ]существительноеτο · средний родC1
Значения
1
миллиард (в американской системе — число 10 в 9-й степени)
billion (US system: 10⁹) · ένα δισεκατομμύριο δολάρια — один миллиард долларов
Грамматика
Ед. ч.
им.
το δισεκατομμύριο
вин.
το δισεκατομμύριο
род.
του δισεκατομμυρίου
зват.
δισεκατομμύριο
Мн. ч.
им.
τα δισεκατομμύρια
вин.
τα δισεκατομμύρια
род.
των δισεκατομμυρίων
зват.
δισεκατομμύρια
Примеры
Το κόστος του έργου ήταν περισσότερα από δισεκατομμύρια.
Стоимость проекта составила больше миллиардов. · The project cost more than a billion.
Ένα δισεκατομμύριο ευρώ διατέθησαν για την υγεία.
Миллиард евро было выделено на здравоохранение. · A billion euros was allocated for healthcare.
Του δισεκατομμυρίου ο αριθμός των κατοίκων αυξάνεται.
Численность населения увеличивается на миллиарды. · The population is increasing by billions.