Греческий словарь
с грамматикой

δισεκατομμυριούχος

[dizekatomiˈrjuxos]прилагательноеC1

Значения

1
обладающий двумя миллиардами; многомиллиардный
worth two billion; having assets of two billion · δισεκατομμυριούχος άνθρωπος — человек, обладающий двумя миллиардами

Грамматика

мужской род
им.
δισεκατομμυριούχος
вин.
δισεκατομμυριούχο
род.
δισεκατομμυριούχου
зват.
δισεκατομμυριούχε
женский род
им.
δισεκατομμυριούχα
вин.
δισεκατομμυριούχα
род.
δισεκατομμυριούχας
зват.
δισεκατομμυριούχα
средний род
им.
δισεκατομμυριούχο
вин.
δισεκατομμυριούχο
род.
δισεκατομμυριούχου
зват.
δισεκατομμυριούχο

Примеры

Ο δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας δώρισε εκατομμύρια στη φιλανθρωπία.
Многомиллиардный бизнесмен пожертвовал миллионы на благотворительность. · The billionaire businessman donated millions to charity.
Η δισεκατομμυριούχα οικογένεια ελέγχει μεγάλα κονσέρν.
Многомиллиардная семья контролирует крупные корпорации. · The billionaire family controls major corporations.
Δισεκατομμυριούχοι ιδιώτες αγοράζουν ακριβά έργα τέχνης.
Многомиллиардные частные лица покупают дорогие произведения искусства. · Billionaire individuals purchase expensive works of art.