διπλώνω
[ðiˈplono]глаголгруппа А (безударное -ω)A2
Значения
1
складывать, сгибать
to fold, to bend · διπλώνω το χαρτί — складываю бумагу
2
гнуть в два раза, удваивать изгиб
to double over, to fold double · διπλώνω τη φούστα — подгибаю юбку
Грамматика
Настоящее время
εγώ
διπλώνω
εσύ
διπλώνεις
αυτός
διπλώνει
εμείς
διπλώνουμε
εσείς
διπλώνετε
αυτοί
διπλώνουν
Аорист
εγώ
δίπλωσα
εσύ
δίπλωσες
αυτός
δίπλωσε
εμείς
διπλώσαμε
εσείς
διπλώσατε
αυτοί
δίπλωσαν
Будущее
εγώ
θα διπλώσω
εσύ
θα διπλώσεις
αυτός
θα διπλώσει
εμείς
θα διπλώσουμε
εσείς
θα διπλώσετε
αυτοί
θα διπλώσουν
Примеры
Διπλώνω το πουκάμισο πριν το βάλω στη ντουλάπα.
Я складываю рубашку перед тем, как положить её в шкаф. · I fold the shirt before putting it away in the wardrobe.
Δίπλωσε το χαρτί στη μέση.
Он согнул бумагу пополам. · He folded the paper in half.
Διπλώνουν τα τραπεζόμαντιλα στο ξενοδοχείο.
В отеле складывают скатерти. · They fold the tablecloths at the hotel.
Η φούστα διπλώνεται εύκολα.
Юбка легко складывается. · The skirt folds easily.