διπλωματούχος
[ðiplomaˈtuxos]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
человек, имеющий диплом; дипломант
person holding a diploma; degree holder · έχει διπλωματούχους από το πανεπιστήμιο — имеет дипломников из университета
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο διπλωματούχος
вин.
το διπλωματούχο
род.
του διπλωματούχου
зват.
διπλωματούχε
Мн. ч.
им.
οι διπλωματούχοι
вин.
τους διπλωματούχους
род.
των διπλωματούχων
зват.
διπλωματούχοι
Примеры
Ο διπλωματούχος αυτός έχει δουλειά στην κυβέρνηση.
Этот дипломник работает в правительстве. · This degree holder works in government.
Οι διπλωματούχοι του πανεπιστημίου ψάχνουν δουλειά.
Выпускники университета ищут работу. · The university graduates are looking for jobs.
Ανάμεσα στους διπλωματούχους υπήρχαν και αλλοδαποί.
Среди дипломников были и иностранцы. · Among the degree holders there were also foreigners.