διπλωματικός
[diplømaˈtikɔs]прилагательноеB2
Значения
1
дипломатический, относящийся к дипломатии
diplomatic, relating to diplomacy · διπλωματικές σχέσεις — дипломатические отношения
2
тактичный, дипломатичный (о поведении человека)
tactful, diplomatic (of a person's approach) · διπλωματική απάντηση — дипломатичный ответ
Грамматика
мужской род
им.
διπλωματικός
вин.
διπλωματικό
род.
διπλωματικού
зват.
διπλωματικέ
женский род
им.
διπλωματική
вин.
διπλωματική
род.
διπλωματικής
зват.
διπλωματική
средний род
им.
διπλωματικό
вин.
διπλωματικό
род.
διπλωματικού
зват.
διπλωματικό
Примеры
Η διπλωματική αποστολή φτάνει αύριο στην Αθήνα.
Дипломатическая миссия прибывает завтра в Афины. · The diplomatic mission arrives in Athens tomorrow.
Έδωσε μια πολύ διπλωματική απάντηση στο δύσκολο ερώτημα.
Он дал очень дипломатичный ответ на сложный вопрос. · He gave a very tactful answer to the difficult question.
Οι διπλωματικές διαπραγματεύσεις διαρκούν εβδομάδες.
Дипломатические переговоры длятся неделями. · The diplomatic negotiations are lasting for weeks.