Греческий словарь
с грамматикой

διοργανωτής

[ðioɾɡanoˈtis]существительноеο · мужской родB2

Значения

1
организатор, тот, кто организует событие или мероприятие
organizer, person who arranges or stages an event · ο διοργανωτής της συναυλίας — организатор концерта

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο διοργανωτής
вин.
τον διοργανωτή
род.
του διοργανωτή
зват.
διοργανωτή
Мн. ч.
им.
οι διοργανωτές
вин.
τους διοργανωτές
род.
των διοργανωτών
зват.
διοργανωτές

Примеры

Ο διοργανωτής του φεστιβάλ ανακοίνωσε τις ημερομηνίες.
Организатор фестиваля объявил даты проведения. · The festival organizer announced the dates.
Οι διοργανωτές εργάζονταν σκληρά για την επιτυχία της εκδήλωσης.
Организаторы упорно работали над успехом мероприятия. · The organizers worked hard for the success of the event.
Επικοινώνησα με τον διοργανωτή για περισσότερες πληροφορίες.
Я связался с организатором, чтобы получить дополнительную информацию. · I contacted the organizer for more information.