Греческий словарь
с грамматикой

διορίζω

[ðioˈrizo]глаголB1

Значения

1
назначать (на должность)
appoint (to a position) · διορίζω κάποιον διευθυντή — назначить кого-то директором
2
определять, устанавливать (границы, время и т. д.)
define, set, establish (boundaries, time, etc.) · διορίζω τα όρια — установить границы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διορίζω
εσύ
διορίζεις
αυτός
διορίζει
εμείς
διορίζουμε
εσείς
διορίζετε
αυτοί
διορίζουν
Аорист
εγώ
διόρισα
εσύ
διόρισες
αυτός
διόρισε
εμείς
διορίσαμε
εσείς
διορίσατε
αυτοί
διόρισαν
Будущее
εγώ
θα διορίσω
εσύ
θα διορίσεις
αυτός
θα διορίσει
εμείς
θα διορίσουμε
εσείς
θα διορίσετε
αυτοί
θα διορίσουν

Примеры

Ο διευθυντής διόρισε τον Γιάννη στη νέα θέση.
Директор назначил Яниса на новую должность. · The director appointed Yannis to the new position.
Πρέπει να διορίσουμε τα όρια του έργου με σαφήνεια.
Мы должны чётко определить границы проекта. · We need to clearly define the scope of the project.
Η συνάντηση διορίστηκε για τις τρεις το απόγευμα.
Встреча была назначена на три часа дня. · The meeting was set for three in the afternoon.
Διορίζει τα χαρακτηριστικά του προβλήματος πολύ καλά.
Он хорошо определяет особенности проблемы. · He identifies the characteristics of the problem very well.