Греческий словарь
с грамматикой

διοξείδιο

[ðiokˈsíðio]существительноеτο · средний родB2

Значения

1
двуокись, диоксид
dioxide · διοξείδιο του άνθρακα — диоксид углерода

Грамматика

Ед. ч.
им.
το διοξείδιο
вин.
το διοξείδιο
род.
του διοξειδίου
зват.
διοξείδιο
Мн. ч.
им.
τα διοξείδια
вин.
τα διοξείδια
род.
των διοξειδίων
зват.
διοξείδια

Примеры

Το διοξείδιο του άνθρακα είναι υπεύθυνο για το φαινόμενο του θερμοκηπίου.
Диоксид углерода ответствен за парниковый эффект. · Carbon dioxide is responsible for the greenhouse effect.
Η συγκέντρωση του διοξειδίου αυξήθηκε σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Концентрация диоксида значительно возросла за последние годы. · The concentration of dioxide has increased significantly in recent years.
Τα διοξείδια είναι χημικές ενώσεις που περιέχουν δύο άτομα οξυγόνου.
Диоксиды — это химические соединения, содержащие два атома кислорода. · Dioxides are chemical compounds containing two oxygen atoms.