Греческий словарь
с грамматикой

διοικώ

[ðiɔˈiˈkɔ]глаголB2

Значения

1
управлять, администрировать, руководить
to administer, to manage, to govern · διοικώ μια εταιρεία — управляю компанией
2
распределять, раздавать
to distribute, to dispense · διοικώ δικαιοσύνη — отправляю правосудие

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διοικώ
εσύ
διοικείς
αυτός
διοικεί
εμείς
διοικούμε
εσείς
διοικείτε
αυτοί
διοικούν
Аорист
εγώ
διοίκησα
εσύ
διοίκησες
αυτός
διοίκησε
εμείς
διοικήσαμε
εσείς
διοικήσατε
αυτοί
διοίκησαν
Будущее
εγώ
θα διοικήσω
εσύ
θα διοικήσεις
αυτός
θα διοικήσει
εμείς
θα διοικήσουμε
εσείς
θα διοικήσετε
αυτοί
θα διοικήσουν

Примеры

Ο διευθυντής διοικεί την εταιρεία με δύναμη.
Директор управляет компанией твёрдой рукой. · The director manages the company with a firm hand.
Η κυβέρνηση διοικεί τη χώρα για τέσσερα χρόνια.
Правительство управляет страной четыре года. · The government administers the country for four years.
Διοίκησε δικαιοσύνη χωρίς προκατάληψη.
Он отправлял правосудие беспристрастно. · He administered justice impartially.
Αν διοικούσαμε τους πόρους σωστά, δεν θα υπήρχε κρίση.
Если бы мы надлежащим образом распределяли ресурсы, кризиса бы не было. · If we distributed resources properly, there would be no crisis.