διοικητικός
[ðioikiˈtikos]прилагательноеB1
Значения
1
административный, управленческий
administrative, managerial · διοικητικά έγγραφα — административные документы
2
относящийся к управлению, администрации
relating to administration, governance · διοικητικές αποφάσεις — решения администрации
Грамматика
мужской род
им.
διοικητικός
вин.
διοικητικό
род.
διοικητικού
зват.
διοικητικέ
женский род
им.
διοικητική
вин.
διοικητική
род.
διοικητικής
зват.
διοικητική
средний род
им.
διοικητικό
вин.
διοικητικό
род.
διοικητικού
зват.
διοικητικό
Примеры
Η διοικητική απόφαση ήταν πολύ σημαντική.
Административное решение было очень важным. · The administrative decision was very important.
Δουλεύει στο διοικητικό τμήμα του νοσοκομείου.
Он работает в административном отделении больницы. · He works in the administrative department of the hospital.
Οι διοικητικοί υπάλληλοι φροντίζουν τα έγγραφα.
Административные сотрудники занимаются документами. · Administrative staff handle the paperwork.
Αυτό είναι ένα διοικητικό πρόβλημα που πρέπει να λυθεί.
Это административная проблема, которую нужно решить. · This is an administrative issue that needs to be resolved.