Греческий словарь
с грамматикой

διογκώνω

[ðjoˈŋɡono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
раздувать, раздуваться; увеличивать в объёме
to swell, to inflate; to cause to expand · διογκώνω ένα μπαλόνι — раздуваю воздушный шарик
2
преувеличивать, раздувать (в переносном смысле)
to exaggerate, to blow out of proportion · διογκώνω τη σημασία — преувеличиваю значение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διογκώνω
εσύ
διογκώνεις
αυτός
διογκώνει
εμείς
διογκώνουμε
εσείς
διογκώνετε
αυτοί
διογκώνουν
Аорист
εγώ
διόγκωσα
εσύ
διόγκωσες
αυτός
διόγκωσε
εμείς
διογκώσαμε
εσείς
διογκώσατε
αυτοί
διόγκωσαν
Будущее
εγώ
θα διογκώσω
εσύ
θα διογκώσεις
αυτός
θα διογκώσει
εμείς
θα διογκώσουμε
εσείς
θα διογκώσετε
αυτοί
θα διογκώσουν

Примеры

Διόγκωσε το μπαλόνι πολύ γρήγορα.
Он очень быстро раздул воздушный шарик. · He inflated the balloon very quickly.
Τα μάτια της διογκώνονται όταν θυμώνει.
Её глаза раздуваются, когда она сердится. · Her eyes swell when she gets angry.
Δεν πρέπει να διογκώνεις τα προβλήματα.
Не нужно преувеличивать проблемы. · You shouldn't blow problems out of proportion.
Τα ΜΜΕ διογκώσαν το συμβάν.
СМИ преувеличили произошедшее. · The media exaggerated what happened.