Греческий словарь
с грамматикой

διοίκηση

[ðioˈikisi]существительноеη · женский родB1

Значения

1
управление, администрация
administration, management · η διοίκηση του νοσοκομείου — администрация больницы
2
руководство, ведение (дел)
conduct, running (of affairs) · η διοίκηση της εταιρείας — управление компанией

Грамматика

Ед. ч.
им.
η διοίκηση
вин.
τη διοίκηση
род.
της διοίκησης
зват.
διοίκηση
Мн. ч.
им.
οι διοικήσεις
вин.
τις διοικήσεις
род.
των διοικήσεων
зват.
διοικήσεις

Примеры

Η διοίκηση του δήμου ανακοίνωσε νέα μέτρα.
Администрация муниципалитета объявила новые меры. · The municipal administration announced new measures.
Εργάζεται στη διοίκηση του πανεπιστημίου.
Она работает в администрации университета. · She works in the university administration.
Οι διοικήσεις των νοσοκομείων συναντήθηκαν.
Администрации больниц встретились. · The hospital administrations met together.
Καλή διοίκηση είναι απαραίτητη για την εταιρεία.
Хорошее управление необходимо для компании. · Good management is essential for the company.