διμοιρία
[ðimoiˈria]существительноеη · женский родB2
Значения
1
двухчастное деление; разделение на две части
division into two parts; bipartition · χωρισμός σε δύο μέρη — разделение на две части
2
двусмысленность; неоднозначность
ambiguity; equivocation · έλλειψη σαφήνειας — отсутствие ясности
Грамматика
Ед. ч.
им.
η διμοιρία
вин.
τη διμοιρία
род.
της διμοιρίας
зват.
διμοιρία
Мн. ч.
им.
οι διμοιρίες
вин.
τις διμοιρίες
род.
των διμοιριών
зват.
διμοιρίες
Примеры
Η διμοιρία του κέντρου προκάλεσε πολλές διαφορές.
Раздел центра вызвал много споров. · The division of the center caused many disputes.
Αυτή η διμοιρία δημιουργεί σύγχυση στην ερμηνεία.
Эта двусмысленность создаёт путаницу в толковании. · This ambiguity creates confusion in interpretation.
Οι διμοιρίες του κειμένου είναι προσχεδιασμένες.
Неоднозначности текста намеренны. · The ambiguities in the text are deliberate.