δικτυώνω
[ðiˈktjono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
сотрудничать, устанавливать деловые связи
to network, to establish professional connections · δικτυώνω με συναδέλφους — устанавливаю связи с коллегами
2
создавать сеть, объединять в систему
to form a network, to interconnect into a system · δικτυώνω τις επιχειρήσεις — объединяю предприятия в сеть
Грамматика
Настоящее время
εγώ
δικτυώνω
εσύ
δικτυώνεις
αυτός
δικτυώνει
εμείς
δικτυώνουμε
εσείς
δικτυώνετε
αυτοί
δικτυώνουν
Аорист
εγώ
δικτύωσα
εσύ
δικτύωσες
αυτός
δικτύωσε
εμείς
δικτυώσαμε
εσείς
δικτυώσατε
αυτοί
δικτύωσαν
Будущее
εγώ
θα δικτυώσω
εσύ
θα δικτυώσεις
αυτός
θα δικτυώσει
εμείς
θα δικτυώσουμε
εσείς
θα δικτυώσετε
αυτοί
θα δικτυώσουν
Примеры
Χρειάζεται να δικτυώσεις με άλλους επαγγελματίες.
Тебе нужно наладить контакты с другими специалистами. · You need to network with other professionals.
Οι εταιρείες δικτυώνονται για να μοιραστούν τους πόρους.
Компании объединяются в сеть, чтобы поделиться ресурсами. · Companies network to share resources.
Δικτύωσε τα τοπικά καταστήματα σε ένα σύστημα διανομής.
Он объединил местные магазины в систему распределения. · He linked the local shops into a distribution system.