δικτατορικός
[ðiktatoriˈkos]прилагательноеB2
Значения
1
диктаторский, деспотический
dictatorial, despotic · δικτατορικός κυβερνήτης — диктаторский правитель
2
авторитарный, властный
authoritarian, domineering · δικτατορικός τόνος — властный тон
Грамматика
мужской род
им.
δικτατορικός
вин.
δικτατορικό
род.
δικτατορικού
зват.
δικτατορικέ
женский род
им.
δικτατορική
вин.
δικτατορική
род.
δικτατορικής
зват.
δικτατορική
средний род
им.
δικτατορικό
вин.
δικτατορικό
род.
δικτατορικού
зват.
δικτατορικό
Примеры
Το δικτατορικό καθεστώς κατέστρεψε την οικονομία της χώρας.
Диктаторский режим разрушил экономику страны. · The dictatorial regime destroyed the country's economy.
Μιλούσε με δικτατορικό τόνο και κανείς δεν τολμούσε να διαφωνήσει.
Он говорил деспотичным тоном, и никто не смел возражать. · He spoke in a dictatorial tone and nobody dared to disagree.
Οι δικτατορικές μέθοδοι δεν είναι αποδεκτές σε μια δημοκρατία.
Деспотические методы неприемлемы в демократии. · Dictatorial methods are unacceptable in a democracy.
Η δικτατορική του συμπεριφορά προκάλεσε αντιδράσεις στο σχολείο.
Его авторитарное поведение вызвало негативные реакции в школе. · His authoritarian behaviour provoked reactions at school.