δικηγόρος
[ðiçiˈɣoros]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
адвокат, юрист
lawyer, attorney · ο δικηγόρος υπερασπίζει τον κατηγορούμενο — адвокат защищает обвиняемого
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο δικηγόρος
вин.
τον δικηγόρο
род.
του δικηγόρου
зват.
δικηγόρε
Мн. ч.
им.
οι δικηγόροι
вин.
τους δικηγόρους
род.
των δικηγόρων
зват.
δικηγόροι
Примеры
Ο δικηγόρος του κέρδισε την υπόθεση.
Его адвокат выиграл дело. · His lawyer won the case.
Χρειάζομαι έναν καλό δικηγόρο για τα έγγραφα.
Мне нужен хороший адвокат для документов. · I need a good lawyer for the paperwork.
Οι δικηγόροι συμφώνησαν στο συμβόλαιο.
Адвокаты согласились с договором. · The lawyers agreed on the contract.