δικηγορία
[ðikiɣoˈria]существительноеη · женский родB2
Значения
1
адвокатура, профессия адвоката
the legal profession of advocate; advocacy · δουλειά του δικηγόρου — работа адвоката
2
защита в суде, адвокатское представительство
legal representation; defence in court · η δικηγορία του κατηγορουμένου — защита подсудимого
Грамматика
Ед. ч.
им.
η δικηγορία
вин.
τη δικηγορία
род.
της δικηγορίας
зват.
δικηγορία
Мн. ч.
им.
οι δικηγορίες
вин.
τις δικηγορίες
род.
των δικηγοριών
зват.
δικηγορίες
Примеры
Σκέφτεται να ασχοληθεί με τη δικηγορία μετά το πανεπιστήμιο.
Она думает заняться адвокатурой после университета. · She is thinking of pursuing law after university.
Η δικηγορία του ήταν πολύ αποτελεσματική στη δίκη.
Его защита была очень эффективной на суде. · His legal defence was very effective in court.
Χρειάστηκε δικηγορία από έναν παλιό φίλο.
Ему потребовалась помощь адвоката одного старого друга. · He needed legal representation from an old friend.