δικαστικός
[ðikaˈstikos]прилагательноеB2
Значения
1
судебный, судейский
judicial, court-related · δικαστική απόφαση — судебное решение
2
относящийся к судьям
of or relating to judges · δικαστικό σώμα — судейский корпус
Грамматика
мужской род
им.
δικαστικός
вин.
δικαστικό
род.
δικαστικού
зват.
δικαστικέ
женский род
им.
δικαστική
вин.
δικαστική
род.
δικαστικής
зват.
δικαστική
средний род
им.
δικαστικό
вин.
δικαστικό
род.
δικαστικού
зват.
δικαστικό
Примеры
Η δικαστική απόφαση ήταν πολύ σημαντική για την υπόθεση.
Судебное решение было очень важным для дела. · The court decision was very important for the case.
Το δικαστικό σύστημα χρειάζεται μεταρρύθμιση.
Судебная система нуждается в реформе. · The judicial system needs reform.
Οι δικαστικοί έλεγχοι είναι απαραίτητοι για την δημοκρατία.
Судебная проверка необходима для демократии. · Judicial review is essential for democracy.
Ζητήσαμε δικαστική συμβουλή από έναν δικηγόρο.
Мы попросили судебную консультацию у адвоката. · We sought legal advice from a lawyer.