δικαστής
[ðikaˈstis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
судья
judge · ο δικαστής αποφασίζει — судья выносит решение
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο δικαστής
вин.
τον δικαστή
род.
του δικαστή
зват.
δικαστή
Мн. ч.
им.
οι δικαστές
вин.
τους δικαστές
род.
των δικαστών
зват.
δικαστές
Примеры
Ο δικαστής άκουσε τα επιχειρήματα και αποφάσισε.
Судья выслушал аргументы и вынес решение. · The judge heard the arguments and made a decision.
Τον δικαστή ενδιαφέρουν τα γεγονότα του κατηγορουμένου.
Судья интересуют факты дела подсудимого. · The judge is interested in the facts of the defendant's case.
Οι δικαστές στο Ανώτατο Δικαστήριο έχουν μεγάλη εξουσία.
Судьи Верховного суда имеют большую власть. · Judges on the Supreme Court have great authority.