δικαστήριο
[ðikaˈstírio]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
суд (учреждение, здание)
court (institution, building) · πηγαίνω στο δικαστήριο — идти в суд
2
суд (судебное разбирательство)
court (legal proceedings) · το δικαστήριο αποφάσισε — суд вынес решение
Грамматика
Ед. ч.
им.
το δικαστήριο
вин.
το δικαστήριο
род.
του δικαστηρίου
зват.
δικαστήριο
Мн. ч.
им.
τα δικαστήρια
вин.
τα δικαστήρια
род.
των δικαστηρίων
зват.
δικαστήρια
Примеры
Το δικαστήριο βρίσκεται κοντά στο κέντρο της πόλης.
Суд находится близко к центру города. · The court is located near the city center.
Κλήθηκα να παρουσιαστώ στο δικαστήριο αύριο.
Мне приказали предстать в суде завтра. · I was summoned to appear in court tomorrow.
Τα δικαστήρια θα παραμείνουν κλειστά τη Δευτέρα.
Суды будут закрыты в понедельник. · The courts will remain closed on Monday.
Ο δικαστής έδωσε την απόφαση του δικαστηρίου.
Судья объявил решение суда. · The judge announced the court's ruling.