Греческий словарь
с грамматикой

δικαιώνω

[ðikeˈono]глаголB2

Значения

1
оправдывать, защищать (чьё-либо поведение или решение)
to justify, to vindicate (someone's behaviour or decision) · δικαιώνω τις πράξεις του — оправдываю его поступки
2
подтверждать правоту, доказывать что-либо верным
to prove right, to bear out, to vindicate (a claim or person) · τα γεγονότα δικαιώνουν την άποψή του — факты подтверждают его мнение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δικαιώνω
εσύ
δικαιώνεις
αυτός
δικαιώνει
εμείς
δικαιώνουμε
εσείς
δικαιώνετε
αυτοί
δικαιώνουν
Аорист
εγώ
δικαίωσα
εσύ
δικαίωσες
αυτός
δικαίωσε
εμείς
δικαιώσαμε
εσείς
δικαιώσατε
αυτοί
δικαίωσαν
Будущее
εγώ
θα δικαιώσω
εσύ
θα δικαιώσεις
αυτός
θα δικαιώσει
εμείς
θα δικαιώσουμε
εσείς
θα δικαιώσετε
αυτοί
θα δικαιώσουν

Примеры

Δεν μπορείς να δικαιώσεις τη βία.
Ты не можешь оправдать насилие. · You cannot justify violence.
Τα αποτελέσματα δικαίωσαν τη στρατηγική του.
Результаты подтвердили правоту его стратегии. · The results vindicated his strategy.
Η απόφασή του δικαιώνεται από τα γεγονότα.
Его решение оправдывается фактами. · His decision is justified by the facts.
Θα δικαιώσουμε την εμπιστοσύνη που μας έδωσαν.
Мы оправдаем доверие, которое нам оказали. · We will justify the trust they have placed in us.