Греческий словарь
с грамматикой

δικαιούμαι

[ðikɛˈume]глаголB1

Значения

1
иметь право, быть вправе
to have the right, to be entitled · δικαιούμαι να φύγω — я имею право уйти
2
заслуживать, быть достойным
to deserve, to be worthy of · δικαιούμαι σεβασμό — я достоин уважения

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δικαιούμαι
εσύ
δικαιούσαι
αυτός
δικαιούται
εμείς
δικαιούμαστε
εσείς
δικαιούστε
αυτοί
δικαιούνται
Аорист
εγώ
δικαιώθηκα
εσύ
δικαιώθηκες
αυτός
δικαιώθηκε
εμείς
δικαιωθήκαμε
εσείς
δικαιωθήκατε
αυτοί
δικαιώθηκαν
Будущее
εγώ
θα δικαιωθώ
εσύ
θα δικαιωθείς
αυτός
θα δικαιωθεί
εμείς
θα δικαιωθούμε
εσείς
θα δικαιωθείτε
αυτοί
θα δικαιωθούν

Примеры

Δικαιούμαι να ζητήσω εξήγηση.
Я имею право потребовать объяснение. · I have the right to demand an explanation.
Αυτό το παιδί δικαιούται καλύτερη εκπαίδευση.
Это дитя заслуживает лучшего образования. · This child deserves a better education.
Δικαιώθηκες να κερδίσεις το βραβείο.
Ты заслужил выиграть приз. · You deserved to win the prize.
Πιστεύει ότι δικαιούται περισσότερα.
Он думает, что имеет право на большее. · He thinks he is entitled to more.