δικαιοσύνη
[ðikeoˈsini]существительноеη · женский родB1
Значения
1
справедливость, правосудие
justice, fairness · η δικαιοσύνη κρίνει τον κόσμο — справедливость судит мир
2
праведность, честность
righteousness, integrity · ζούμε με δικαιοσύνη — мы живём честно
Грамматика
Ед. ч.
им.
η δικαιοσύνη
вин.
τη δικαιοσύνη
род.
της δικαιοσύνης
зват.
δικαιοσύνη
Мн. ч.
им.
οι δικαιοσύνες
вин.
τις δικαιοσύνες
род.
των δικαιοσυνών
зват.
δικαιοσύνες
Примеры
Η δικαιοσύνη είναι θεμέλιο της κοινωνίας.
Справедливость — это основа общества. · Justice is the foundation of society.
Πιστεύω στη δικαιοσύνη του νόμου.
Я верю в справедливость закона. · I believe in the fairness of the law.
Δεν υπάρχει δικαιοσύνη σε αυτή την απόφαση.
В этом решении нет справедливости. · There is no justice in that decision.
Οι δικαιοσύνες των αρχαίων κοινωνιών ήταν διαφορετικές.
Концепции справедливости древних обществ были разными. · The concepts of justice in ancient societies were different.