Греческий словарь
с грамматикой

δικαιολόγος

[ðikeoˈloɣos]существительноеο · мужской родB2

Значения

1
адвокат, защитник (в суде)
lawyer, barrister, defence counsel · ο δικαιολόγος στο δικαστήριο — адвокат в суде
2
апологет, защитник (идеи, позиции)
apologist, advocate, defender (of an idea) · δικαιολόγος της παλιάς τάξης — защитник старого порядка

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο δικαιολόγος
вин.
τον δικαιολόγο
род.
του δικαιολόγου
зват.
δικαιολόγε
Мн. ч.
им.
οι δικαιολόγοι
вин.
τους δικαιολόγους
род.
των δικαιολόγων
зват.
δικαιολόγοι

Примеры

Ο δικαιολόγος μας υπερασπίστηκε με δυνατή απάντηση.
Наш адвокат защищал дело убедительно. · Our lawyer made a strong defence.
Ανέθεσε την υπόθεση σε έναν έμπειρο δικαιολόγο.
Он поручил дело опытному адвокату. · He entrusted the case to an experienced lawyer.
Είναι γνωστός δικαιολόγος του κλασικισμού.
Он известный защитник классицизма. · He is a renowned apologist for classicism.
Οι δικαιολόγοι της κυβέρνησης ήταν έτοιμοι για την δίκη.
Защитники правительства были готовы к суду. · The government's legal representatives were ready for trial.