Греческий словарь
с грамматикой

δικαιολογώ

[ðikeoloˈɣo]глаголB1

Значения

1
оправдывать, объяснять, приводить оправдание
to justify, to give a reason or excuse for · δικαιολογώ τη συμπεριφορά μου — оправдываю своё поведение
2
быть оправданным, иметь смысл, быть обоснованным
to be justified, to be warranted, to make sense · η απόφασή του δικαιολογείται — его решение оправдано

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δικαιολογώ
εσύ
δικαιολογείς
αυτός
δικαιολογεί
εμείς
δικαιολογούμε
εσείς
δικαιολογείτε
αυτοί
δικαιολογούν
Аорист
εγώ
δικαιολόγησα
εσύ
δικαιολόγησες
αυτός
δικαιολόγησε
εμείς
δικαιολογήσαμε
εσείς
δικαιολογήσατε
αυτοί
δικαιολόγησαν
Будущее
εγώ
θα δικαιολογήσω
εσύ
θα δικαιολογήσεις
αυτός
θα δικαιολογήσει
εμείς
θα δικαιολογήσουμε
εσείς
θα δικαιολογήσετε
αυτοί
θα δικαιολογήσουν

Примеры

Δεν μπορώ να δικαιολογήσω την καθυστέρησή μας.
Я не могу оправдать нашу задержку. · I cannot justify our delay.
Οι λόγοι του δε δικαιολογούνται από τα γεγονότα.
Его объяснения не подтверждаются фактами. · His reasons are not borne out by the facts.
Γιατί προσπαθείς να δικαιολογήσεις τα λάθη του;
Почему ты пытаешься оправдать его ошибки? · Why are you trying to excuse his mistakes?
Αυτό δικαιολογείται από τις ειδικές συνθήκες.
Это оправдано особыми обстоятельствами. · This is justified by the special circumstances.