Греческий словарь
с грамматикой

δικαίωμα

[ðiˈkɛ.o.ma]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
право (юридическое)
right (legal entitlement) · δικαίωμα του ανθρώπου — право человека
2
привилегия, преимущество
privilege, prerogative · έχω δικαίωμα να φύγω — я имею право уйти

Грамматика

Ед. ч.
им.
το δικαίωμα
вин.
το δικαίωμα
род.
του δικαιώματος
зват.
δικαίωμα
Мн. ч.
им.
τα δικαιώματα
вин.
τα δικαιώματα
род.
των δικαιωμάτων
зват.
δικαιώματα

Примеры

Όλοι έχουν δικαίωμα στην εκπαίδευση.
Все люди имеют право на образование. · Everyone has the right to education.
Τα δικαιώματά σας προστατεύονται από το νόμο.
Ваши права защищены законом. · Your rights are protected by law.
Δεν έχεις δικαίωμα να μιλάς έτσι σε μένα.
Ты не имеешь право разговаривать со мной так. · You have no right to speak to me like that.
Το δικαίωμα της ψήφου είναι σημαντικό.
Право голоса очень важно. · The right to vote is important.