Греческий словарь
с грамматикой

δικάζω

[ðiˈkazo]глаголB2

Значения

1
судить, разбирать дело в суде
to judge, to try a case in court · ο δικαστής δικάζει τη υπόθεση — судья разбирает дело
2
судить, выносить приговор
to pass judgment, to give a verdict · δικάστηκε ο κατηγορούμενος — было вынесено решение по обвиняемому

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δικάζω
εσύ
δικάζεις
αυτός
δικάζει
εμείς
δικάζουμε
εσείς
δικάζετε
αυτοί
δικάζουν
Аорист
εγώ
δίκασα
εσύ
δίκασες
αυτός
δίκασε
εμείς
δικάσαμε
εσείς
δικάσατε
αυτοί
δίκασαν
Будущее
εγώ
θα δικάσω
εσύ
θα δικάσεις
αυτός
θα δικάσει
εμείς
θα δικάσουμε
εσείς
θα δικάσετε
αυτοί
θα δικάσουν

Примеры

Ο δικαστής δικάζει την υπόθεση αυτή.
Судья рассматривает это дело. · The judge is trying this case.
Χθες δίκασαν τον κατηγορούμενο.
Вчера вынесли приговор подсудимому. · Yesterday they passed judgment on the defendant.
Θα δικαστεί στο ανώτατο δικαστήριο.
Дело будет рассмотрено в высшем суде. · The case will be tried in the supreme court.
Έχει δικάσει πολλές σημαντικές υποθέσεις.
Он рассмотрел много важных дел. · He has tried many important cases.