Греческий словарь
с грамматикой

διεφθαρμένος

[ðiefθarˈmenos]прилагательноеB2

Значения

1
развращённый, моральнопадший
corrupt, morally depraved · διεφθαρμένος πολιτικός — развращённый политик
2
испорченный, повреждённый (о файле, данных)
corrupted, damaged (of data, file) · διεφθαρμένο αρχείο — повреждённый файл

Грамматика

мужской род
им.
διεφθαρμένος
вин.
διεφθαρμένο
род.
διεφθαρμένου
зват.
διεφθαρμένε
женский род
им.
διεφθαρμένη
вин.
διεφθαρμένη
род.
διεφθαρμένης
зват.
διεφθαρμένη
средний род
им.
διεφθαρμένο
вин.
διεφθαρμένο
род.
διεφθαρμένου
зват.
διεφθαρμένο

Примеры

Ο διεφθαρμένος αξιωματούχος καταδικάστηκε για δωροδοκία.
Развращённый чиновник был осуждён за взяточничество. · The corrupt official was convicted of bribery.
Τα διεφθαρμένα δεδομένα δεν ήταν δυνατόν να ανακτηθούν.
Повреждённые данные невозможно было восстановить. · The corrupted data could not be recovered.
Αυτή η κυβέρνηση φαίνεται βαθιά διεφθαρμένη.
Это правительство выглядит глубоко развращённым. · This government appears deeply corrupt.
Η διεφθαρμένη διοίκηση δεν μπόρεσε να λύσει το πρόβλημα.
Развращённое руководство не смогло решить проблему. · The corrupt management could not solve the problem.