Греческий словарь
с грамматикой

διευκόλυνση

[ðiefˈkolinsi]существительноеη · женский родB2

Значения

1
облегчение, упрощение (процесса, условий)
facilitation, easing (of a process or conditions) · διευκόλυνση των διαδικασιών — упрощение процедур
2
помощь, содействие (в достижении цели)
assistance, support (in achieving a goal) · με τη διευκόλυνση του κράτους — с помощью государства

Грамматика

Ед. ч.
им.
η διευκόλυνση
вин.
τη διευκόλυνση
род.
της διευκόλυνσης
зват.
διευκόλυνση
Мн. ч.
им.
οι διευκολύνσεις
вин.
τις διευκολύνσεις
род.
των διευκολύνσεων
зват.
διευκολύνσεις

Примеры

Η διευκόλυνση των δικαιωμάτων πολιτών είναι προτεραιότητα.
Облегчение прав граждан — приоритет. · Facilitating citizens' rights is a priority.
Χάρη στη διευκόλυνση της τράπεζας, πήρα το δάνειο.
Благодаря помощи банка я получил кредит. · Thanks to the bank's support, I got the loan.
Οι διευκολύνσεις για τις επιχειρήσεις περιλαμβάνουν φορολογικές ελαφρύνσεις.
Льготы для бизнеса включают налоговые облегчения. · Business facilitation measures include tax relief.