Греческий словарь
с грамматикой

διευκρινίζω

[ðjefkriˈnizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
уточнять, прояснять, разъяснять
to clarify, to explain, to make clear · διευκρινίζω την κατάσταση — прояснить положение
2
разрешать (недоразумение, сомнение)
to resolve, to clear up (a misunderstanding, doubt) · διευκρινίζω τη σύγχυση — разрешить путаницу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διευκρινίζω
εσύ
διευκρινίζεις
αυτός
διευκρινίζει
εμείς
διευκρινίζουμε
εσείς
διευκρινίζετε
αυτοί
διευκρινίζουν
Аорист
εγώ
διευκρίνισα
εσύ
διευκρίνισες
αυτός
διευκρίνισε
εμείς
διευκρινίσαμε
εσείς
διευκρινίσατε
αυτοί
διευκρίνισαν
Будущее
εγώ
θα διευκρινίσω
εσύ
θα διευκρινίσεις
αυτός
θα διευκρινίσει
εμείς
θα διευκρινίσουμε
εσείς
θα διευκρινίσετε
αυτοί
θα διευκρινίσουν

Примеры

Θέλω να διευκρινίσω το νόημα της δήλωσης.
Я хочу прояснить смысл этого заявления. · I want to clarify the meaning of the statement.
Ο δάσκαλος διευκρίνισε το δύσκολο θέμα για τους μαθητές.
Учитель объяснил сложную тему ученикам. · The teacher explained the difficult topic to the students.
Πρέπει να διευκρινίσουμε τις λεπτομέρειες της συμφωνίας.
Нам нужно уточнить детали соглашения. · We need to clarify the details of the agreement.
Η κατάσταση διευκρινίστηκε μετά την συνάντηση.
Ситуация прояснилась после встречи. · The situation was cleared up after the meeting.