Греческий словарь
с грамматикой

διευκολύνω

[ðiefkoˈlino]глаголB1

Значения

1
облегчать, упрощать
to facilitate, to make easier · διευκολύνω τη δουλειά — облегчаю работу
2
помогать, способствовать
to help, to promote · διευκολύνω την επικοινωνία — способствую общению

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διευκολύνω
εσύ
διευκολύνεις
αυτός
διευκολύνει
εμείς
διευκολύνουμε
εσείς
διευκολύνετε
αυτοί
διευκολύνουν
Аорист
εγώ
διευκόλυνα
εσύ
διευκόλυνες
αυτός
διευκόλυνε
εμείς
διευκολύναμε
εσείς
διευκολύνατε
αυτοί
διευκόλυναν
Будущее
εγώ
θα διευκολύνω
εσύ
θα διευκολύνεις
αυτός
θα διευκολύνει
εμείς
θα διευκολύνουμε
εσείς
θα διευκολύνετε
αυτοί
θα διευκολύνουν

Примеры

Αυτή η εφαρμογή διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ μας.
Это приложение облегчает общение между нами. · This app makes communication between us easier.
Το νέο σύστημα διευκόλυνε τη δουλειά του γραφείου.
Новая система упростила работу офиса. · The new system facilitated the office's work.
Θα διευκολύνουμε την πρόσβαση των ανθρώπων με αναπηρία.
Мы будем облегчать доступ для людей с инвалидностью. · We will make access easier for people with disabilities.