Греческий словарь
с грамматикой

διευκολυντής

[ðjefkoliˈndis]существительноеο · мужской родC1

Значения

1
облегчитель, тот, кто облегчает или способствует чему-либо
facilitator, one who eases or promotes something · ο διευκολυντής της διαδικασίας — облегчитель процесса

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο διευκολυντής
вин.
τον διευκολυντή
род.
του διευκολυντή
зват.
διευκολυντή
Мн. ч.
им.
οι διευκολυντές
вин.
τους διευκολυντές
род.
των διευκολυντών
зват.
διευκολυντές

Примеры

Ο διευκολυντής βοήθησε στην επίλυση του προβλήματος.
Облегчитель помог в решении проблемы. · The facilitator helped resolve the issue.
Οι διευκολυντές ήταν κρίσιμοι για την επιτυχία του έργου.
Облегчители были критичны для успеха проекта. · The facilitators were critical to the project's success.
Ως διευκολυντή, έπρεπε να διαχειριστείς πολλές συγκρούσεις.
Как облегчитель, ты должен был управлять множеством конфликтов. · As a facilitator, you had to manage many conflicts.