Греческий словарь
с грамматикой

διευθύνω

[ðiefˈθino]глаголB1

Значения

1
управлять, руководить, направлять
to direct, to manage, to run · διευθύνω μια εταιρεία — руководить компанией
2
указывать направление, ориентировать
to point towards, to aim at · διευθύνω το βλέμμα μου προς τη θάλασσα — направить взгляд в сторону моря

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διευθύνω
εσύ
διευθύνεις
αυτός
διευθύνει
εμείς
διευθύνουμε
εσείς
διευθύνετε
αυτοί
διευθύνουν
Аорист
εγώ
διεύθυνα
εσύ
διεύθυνες
αυτός
διεύθυνε
εμείς
διευθύναμε
εσείς
διευθύνατε
αυτοί
διεύθυναν
Будущее
εγώ
θα διευθύνω
εσύ
θα διευθύνεις
αυτός
θα διευθύνει
εμείς
θα διευθύνουμε
εσείς
θα διευθύνετε
αυτοί
θα διευθύνουν

Примеры

Ο διευθυντής διευθύνει το νοσοκομείο με δεξιότητα.
Директор мастерски руководит больницей. · The director runs the hospital skillfully.
Διεύθυνε τις προσπάθειες του προς την ειρήνη.
Он направил свои усилия на достижение мира. · He directed his efforts towards peace.
Οι εργαζόμενοι διευθύνονται από τέσσερις διευθυντές.
Сотрудники управляются четырьмя начальниками. · The employees are managed by four directors.
Θα διευθύνει αυτό το έργο για τρία χρόνια.
Он будет руководить этим проектом три года. · He will direct this project for three years.