Греческий словарь
с грамматикой

διευθύντρια

[ðiefˈθindiα]существительноеη · женский родB1

Значения

1
директриса, начальница (женщина, руководящая учреждением)
headmistress, directress (woman who heads an institution) · η διευθύντρια του σχολείου — директриса школы

Грамматика

Ед. ч.
им.
η διευθύντρια
вин.
τη διευθύντρια
род.
της διευθύντριας
зват.
διευθύντρια
Мн. ч.
им.
οι διευθύντριες
вин.
τις διευθύντριες
род.
των διευθυντριών
зват.
διευθύντριες

Примеры

Η διευθύντρια του νοσοκομείου έχει τριάντα χρόνια εμπειρίας.
Директриса больницы имеет тридцать лет опыта. · The hospital directress has thirty years of experience.
Συνάντησα τη διευθύντρια στο γραφείο της.
Я встретил директрису в её кабинете. · I met the directress in her office.
Οι διευθύντριες των σχολείων συζήτησαν τα προβλήματα.
Директрисы школ обсудили проблемы. · The headmistresses of the schools discussed the issues.
Την επόμενη εβδομάδα θα έρθει η νέα διευθύντρια.
На следующей неделе придёт новая директриса. · Next week the new directress will arrive.