διευθυντής
[ðiefθiˈndis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
директор, руководитель (учреждения, организации)
director, head (of an institution, organisation) · διευθυντής σχολείου — директор школы
2
режиссер (кино, театра)
director (film, theatre) · ο διευθυντής της ταινίας — режиссер фильма
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο διευθυντής
вин.
τον διευθυντή
род.
του διευθυντή
зват.
διευθυντή
Мн. ч.
им.
οι διευθυντές
вин.
τους διευθυντές
род.
των διευθυντών
зват.
διευθυντές
Примеры
Ο διευθυντής του νοσοκομείου είναι πολύ απασχολημένος.
Директор больницы очень занят. · The hospital director is very busy.
Συνάντησα τον διευθυντή στο γραφείο του.
Я встретил директора в его офисе. · I met the director in his office.
Οι διευθυντές των τραπεζών συζητούν τα προβλήματα της αγοράς.
Директора банков обсуждают рыночные проблемы. · Bank directors discuss market issues.
Αυτός ο διευθυντής έκανε μια εξαιρετική ταινία.
Этот режиссер снял отличный фильм. · This director made an excellent film.