διευθετώ
[ðjefθeˈto]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1
Значения
1
устраивать, организовывать, приводить в порядок
to arrange, to organize, to set in order · διευθετώ τα προβλήματα — устраиваю проблемы
2
урегулировать, разрешать (спор, конфликт)
to settle, to resolve (a dispute) · διευθετώ μια διαφορά — урегулирую разногласие
3
благоустраивать, приводить в надлежащее состояние
to improve, to put in good condition · διευθετώ το σπίτι — благоустраиваю дом
Грамматика
Настоящее время
εγώ
διευθετώ
εσύ
διευθετείς
αυτός
διευθετεί
εμείς
διευθετούμε
εσείς
διευθετείτε
αυτοί
διευθετούν
Аорист
εγώ
διευθέτησα
εσύ
διευθέτησες
αυτός
διευθέτησε
εμείς
διευθετήσαμε
εσείς
διευθετήσατε
αυτοί
διευθέτησαν
Будущее
εγώ
θα διευθετήσω
εσύ
θα διευθετήσεις
αυτός
θα διευθετήσει
εμείς
θα διευθετήσουμε
εσείς
θα διευθετήσετε
αυτοί
θα διευθετήσουν
Примеры
Θα διευθετήσουμε τα νομικά ζητήματα αύριο.
Завтра мы урегулируем все юридические вопросы. · We'll sort out the legal issues tomorrow.
Ο διαμεσολαβητής διευθέτησε τη διαφορά τους.
Посредник разрешил их спор. · The mediator settled their dispute.
Διευθετούν το γραφείο για τους νέους υπαλλήλους.
Они благоустраивают офис для новых сотрудников. · They are fixing up the office for the new staff.
Πρέπει να διευθετήσεις τα έγγραφά σου.
Тебе нужно привести в порядок свои документы. · You need to organize your documents.