Греческий словарь
с грамматикой

διερεύνηση

[ðieˈrevni.si]существительноеη · женский родB2

Значения

1
расследование, изучение, исследование
investigation, inquiry, examination · διερεύνηση των γεγονότων — расследование фактов
2
разведка, сбор информации
reconnaissance, fact-finding · διερεύνηση της κατάστασης — разведка обстановки

Грамматика

Ед. ч.
им.
η διερεύνηση
вин.
τη διερεύνηση
род.
της διερεύνησης
зват.
διερεύνηση
Мн. ч.
им.
οι διερευνήσεις
вин.
τις διερευνήσεις
род.
των διερευνήσεων
зват.
διερευνήσεις

Примеры

Ξεκίνησε διερεύνηση για τα περιστατικά διαφθοράς.
Началось расследование по делам коррупции. · An investigation into corruption cases was launched.
Η διερεύνηση της αστυνομίας κράτησε έξι μήνες.
Полицейское расследование длилось шесть месяцев. · The police investigation lasted six months.
Απαιτείται σε βάθος διερεύνηση του προβλήματος.
Требуется глубокое изучение проблемы. · A thorough examination of the problem is needed.
Οι διερευνήσεις περιλάμβαναν συνεντεύξεις με μάρτυρες.
Расследования включали опросы свидетелей. · The inquiries included interviews with witnesses.