Греческий словарь
с грамматикой

διεξάγω

[ðieksˈaɣo]глаголB2

Значения

1
проводить (мероприятие, встречу, переговоры и т.п.)
conduct, hold, carry out (an event, meeting, negotiations, etc.) · διεξάγει συνέντευξη — проводит интервью
2
вести (расследование, войну, кампанию)
wage, lead (an investigation, war, campaign) · διεξάγουν πόλεμο — ведут войну

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διεξάγω
εσύ
διεξάγεις
αυτός
διεξάγει
εμείς
διεξάγουμε
εσείς
διεξάγετε
αυτοί
διεξάγουν
Аорист
εγώ
διεξήγαγα
εσύ
διεξήγαγες
αυτός
διεξήγαγε
εμείς
διεξήγαγαν
εσείς
διεξήγαγαν
αυτοί
διεξήγαγαν
Будущее
εγώ
θα διεξάγω
εσύ
θα διεξάγεις
αυτός
θα διεξάγει
εμείς
θα διεξάγουμε
εσείς
θα διεξάγετε
αυτοί
θα διεξάγουν

Примеры

Η πολιτεία διεξάγει εκλογές κάθε τέσσερα χρόνια.
Государство проводит выборы каждые четыре года. · The state holds elections every four years.
Διεξήγαγαν σημαντικές διαπραγματεύσεις για το συμφωνίας.
Они провели важные переговоры о договоре. · They conducted important negotiations about the agreement.
Θα διεξάγουν έρευνα για το περιστατικό.
Они будут вести расследование по этому инциденту. · They will conduct an investigation into the incident.