Греческий словарь
с грамматикой

διενεργώ

[ðieneɾˈɣo]глаголC1

Значения

1
проводить, осуществлять (официальное, важное действие)
to conduct, to carry out (an official or important action) · διενεργώ εκλογές — проводить выборы
2
выполнять, реализовывать (план, операцию)
to execute, to perform (a plan, operation) · διενεργώ έρευνα — проводить исследование

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διενεργώ
εσύ
διενεργείς
αυτός
διενεργεί
εμείς
διενεργούμε
εσείς
διενεργείτε
αυτοί
διενεργούν
Аорист
εγώ
διενέργησα
εσύ
διενέργησες
αυτός
διενέργησε
εμείς
διενεργήσαμε
εσείς
διενεργήσατε
αυτοί
διενέργησαν
Будущее
εγώ
θα διενεργήσω
εσύ
θα διενεργήσεις
αυτός
θα διενεργήσει
εμείς
θα διενεργήσουμε
εσείς
θα διενεργήσετε
αυτοί
θα διενεργήσουν

Примеры

Η κυβέρνηση διενεργεί δημοψήφισμα αύριο.
Правительство проводит референдум завтра. · The government is holding a referendum tomorrow.
Διενέργησαν ενδελεχή έρευνα για την υπόθεση.
Они провели тщательное расследование по делу. · They conducted a thorough investigation into the case.
Θα διενεργήσουν εκλογές τον Ιούνιο.
Они проведут выборы в июне. · They will hold elections in June.
Διενεργώ τακτικούς ελέγχους στο εργοστάσιο.
Я провожу регулярные проверки на фабрике. · I carry out regular inspections at the factory.