Греческий словарь
с грамматикой

διεκδικητής

[ðieˈkðiˌkiˌtis]существительноеο · мужской родC1

Значения

1
человек, который требует что-либо как своё неотъемлемое право; претендент
a person who asserts or demands something as their rightful due; claimant · διεκδικητής του θρόνου — претендент на престол

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο διεκδικητής
вин.
τον διεκδικητή
род.
του διεκδικητή
зват.
διεκδικητή
Мн. ч.
им.
οι διεκδικητές
вин.
τους διεκδικητές
род.
των διεκδικητών
зват.
διεκδικητές

Примеры

Ο διεκδικητής του κύπελλου εξέφρασε τη θέση του δημοσίως.
Претендент на кубок выразил свою позицию публично. · The claimant to the cup expressed his position publicly.
Πολλοί διεκδικητές αγωνίζονται για το ίδιο έδαφος.
Много претендентов борются за одну и ту же землю. · Many claimants are fighting over the same territory.
Ο νέος διεκδικητής υποστήριξε τα δικαιώματά του με έγγραφα.
Новый претендент подтвердил свои права документами. · The new claimant backed up his rights with documents.