Греческий словарь
с грамматикой

διεισδύω

[ðiˈizðío]глаголC1

Значения

1
проникать сквозь, пробиваться через, просачиваться
to penetrate through, to seep into, to permeate · το νερό διεισδύει στο έδαφος — вода просачивается в почву
2
внедряться (в систему, идеологию)
to infiltrate, to work one's way into · διεισδύουν στις δομές της κοινωνίας — они внедряются в структуры общества

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διεισδύω
εσύ
διεισδύεις
αυτός
διεισδύει
εμείς
διεισδύουμε
εσείς
διεισδύετε
αυτοί
διεισδύουν
Аорист
εγώ
διείσδυσα
εσύ
διείσδυσες
αυτός
διείσδυσε
εμείς
διείσδυσαμε
εσείς
διείσδυσατε
αυτοί
διείσδυσαν
Будущее
εγώ
θα διεισδύσω
εσύ
θα διεισδύσεις
αυτός
θα διεισδύσει
εμείς
θα διεισδύσουμε
εσείς
θα διεισδύσετε
αυτοί
θα διεισδύσουν

Примеры

Το κρύο διεισδύει στα κόκαλα.
Холод пронизывает до костей. · The cold penetrates to the bone.
Οι ακτίνες του ήλιου διεισδύουν τα σύννεφα.
Солнечные лучи пробиваются сквозь облака. · The sun's rays pierce through the clouds.
Η υγρασία διείσδυσε στα τοίχη.
Влага проникла в стены. · The moisture seeped into the walls.