Греческий словарь
с грамматикой

διεγείρω

[ðieˈʝiro]глаголC1

Значения

1
будить, пробуждать (от сна)
to wake up, to rouse from sleep · διεγείρω κάποιον από τον ύπνο — будить кого-то ото сна
2
возбуждать, волновать (чувства, интерес)
to stir up, to excite (feelings, interest) · διεγείρω το ενδιαφέρον — пробуждать интерес
3
вызывать, провоцировать (размолвку, конфликт)
to provoke, to stir up (discord, conflict) · διεγείρω μια διαμάχη — вызвать раздор

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διεγείρω
εσύ
διεγείρεις
αυτός
διεγείρει
εμείς
διεγείρουμε
εσείς
διεγείρετε
αυτοί
διεγείρουν
Аорист
εγώ
διέγειρα
εσύ
διέγειρες
αυτός
διέγειρε
εμείς
διεγείραμε
εσείς
διεγείρατε
αυτοί
διέγειραν
Будущее
εγώ
θα διεγείρω
εσύ
θα διεγείρεις
αυτός
θα διεγείρει
εμείς
θα διεγείρουμε
εσείς
θα διεγείρετε
αυτοί
θα διεγείρουν

Примеры

Το κουδούνι διέγειρε τους μαθητές από τον ύπνό τους.
Звонок пробудил учеников от их сна. · The bell roused the students from their sleep.
Τα λόγια του ομιλητή διεγείρουν πάντα το κοινό.
Слова оратора всегда возбуждают публику. · The speaker's words always stir up the audience.
Η προσήλωση του δεν πρέπει να διεγείρει συγκρούσεις.
Его настойчивость не должна провоцировать конфликты. · His insistence should not provoke conflicts.