Греческий словарь
с грамматикой

διαύγεια

[ðiˈavʝia]существительноеη · женский родB2

Значения

1
прозрачность, ясность (света, воды)
transparency, clarity (of light, water) · η διαύγεια του νερού — прозрачность воды
2
ясность, понятность (мысли, речи)
clarity, lucidity (of thought, speech) · διαύγεια στη σκέψη — ясность мышления

Грамматика

Ед. ч.
им.
η διαύγεια
вин.
την διαύγεια
род.
της διαύγειας
зват.
διαύγεια
Мн. ч.
им.
οι διαύγειες
вин.
τις διαύγειες
род.
των διαυγειών
зват.
διαύγειες

Примеры

Η διαύγεια του ουρανού ήταν εξαιρετική εκείνο το πρωί.
Прозрачность неба была исключительной тем утром. · The clarity of the sky was exceptional that morning.
Έγραψε με διαύγεια τις ιδέες του στο χαρτί.
Он изложил свои идеи ясно и четко на бумаге. · He wrote out his ideas with clarity on paper.
Η διαύγεια της θάλασσας ήταν τόσο μεγάλη που έβλεπες τον πάτο.
Прозрачность моря была такой, что видно было дно. · The sea's transparency was so great you could see the bottom.