Греческий словарь
с грамматикой

διαχωρίζω

[ðiaxoˈrizo]глаголB2

Значения

1
разделять, отделять, разграничивать
to separate, to divide, to distinguish · διαχωρίζω δύο ομάδες — разделить две группы
2
расходиться в мнениях, разойтись
to part ways, to disagree · διαχωρίζονται οι απόψεις τους — их мнения расходятся

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαχωρίζω
εσύ
διαχωρίζεις
αυτός
διαχωρίζει
εμείς
διαχωρίζουμε
εσείς
διαχωρίζετε
αυτοί
διαχωρίζουν
Аорист
εγώ
διαχώρισα
εσύ
διαχώρισες
αυτός
διαχώρισε
εμείς
διαχωρίσαμε
εσείς
διαχωρίσατε
αυτοί
διαχώρισαν
Будущее
εγώ
θα διαχωρίσω
εσύ
θα διαχωρίσεις
αυτός
θα διαχωρίσει
εμείς
θα διαχωρίσουμε
εσείς
θα διαχωρίσετε
αυτοί
θα διαχωρίσουν

Примеры

Η νέα πολιτική διαχωρίζει τα πλούσια από τα φτωχά.
Новая политика разделяет богатых и бедных. · The new policy separates the rich from the poor.
Διαχώρισαν τις δύο εταιρείες μετά τη διαφωνία.
Они разделили две компании после ссоры. · They separated the two companies after the dispute.
Είναι δύσκολο να διαχωρίσεις την προσωπική ζωή από τη δουλειά.
Трудно отделить личную жизнь от работы. · It's difficult to separate personal life from work.