Греческий словарь
с грамматикой

διαχειριστής

[ðiaxiriˈstis]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
управляющий, администратор (системы, сайта, сервера)
administrator, manager (of a system, website, server) · διαχειριστής του συστήματος — администратор системы
2
опекун, попечитель (имущества, наследства)
trustee, guardian (of property, estate) · διαχειριστής της περιουσίας — управляющий имуществом

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο διαχειριστής
вин.
τον διαχειριστή
род.
του διαχειριστή
зват.
διαχειριστή
Мн. ч.
им.
οι διαχειριστές
вин.
τους διαχειριστές
род.
των διαχειριστών
зват.
διαχειριστές

Примеры

Ο διαχειριστής της σελίδας αποδέχεται τα σχόλια.
Администратор сайта модерирует комментарии. · The page administrator moderates comments.
Ο νέος διαχειριστής θα διατηρήσει τα αρχεία.
Новый управляющий сохранит документы. · The new administrator will preserve the files.
Οι διαχειριστές των κοινόχρηστων χώρων συναντώνται.
Управляющие общего имущества встречаются. · The managers of common areas are meeting.
Επικοινώνησα με τον διαχειριστή του σερβέρ.
Я связался с администратором сервера. · I contacted the server administrator.