Греческий словарь
с грамматикой

διαχειρίζω

[ðiaçiˈrizo]глаголB1

Значения

1
управлять, руководить, заведовать
manage, handle, administer · διαχειρίζει τα οικονομικά — управляет финансами
2
распоряжаться, пользоваться
deal with, make use of · διαχειρίζεται τον χρόνο καλά — хорошо распоряжается временем

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαχειρίζω
εσύ
διαχειρίζεις
αυτός
διαχειρίζει
εμείς
διαχειρίζουμε
εσείς
διαχειρίζετε
αυτοί
διαχειρίζουν
Аорист
εγώ
διαχείρισα
εσύ
διαχείρισες
αυτός
διαχείρισε
εμείς
διαχειρίσαμε
εσείς
διαχειρίσατε
αυτοί
διαχείρισαν
Будущее
εγώ
θα διαχειρίσω
εσύ
θα διαχειρίσεις
αυτός
θα διαχειρίσει
εμείς
θα διαχειρίσουμε
εσείς
θα διαχειρίσετε
αυτοί
θα διαχειρίσουν

Примеры

Ο διευθυντής διαχειρίζει όλα τα έργα της εταιρείας.
Директор руководит всеми проектами компании. · The director manages all the company's projects.
Πρέπει να διαχειρίσεις καλύτερα τα χρήματά σου.
Ты должен лучше распоряжаться своими деньгами. · You need to manage your money better.
Διαχείρισαν την κρίση με σοφία και υπομονή.
Они справились с кризисом мудро и терпеливо. · They handled the crisis with wisdom and patience.
Θα διαχειρίσουν τα ζητήματα σε συνεργασία.
Они будут решать эти вопросы в сотрудничестве. · They will handle the issues in cooperation.