Греческий словарь
с грамматикой

διαχειρίζομαι

[ðiaxiˈrizome]глаголB1

Значения

1
управлять, вести (дела, ресурсы)
to manage, to run (affairs, resources) · διαχειρίζομαι τα χρήματα — управляю деньгами
2
справляться, разбираться (с ситуацией)
to cope with, to deal with (a situation) · διαχειρίζομαι τα προβλήματα — справляюсь с проблемами

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαχειρίζομαι
εσύ
διαχειρίζεσαι
αυτός
διαχειρίζεται
εμείς
διαχειριζόμαστε
εσείς
διαχειρίζεστε
αυτοί
διαχειρίζονται
Аорист
εγώ
διαχειρίστηκα
εσύ
διαχειρίστηκες
αυτός
διαχειρίστηκε
εμείς
διαχειριστήκαμε
εσείς
διαχειριστήκατε
αυτοί
διαχειρίστηκαν
Будущее
εγώ
θα διαχειριστώ
εσύ
θα διαχειριστείς
αυτός
θα διαχειριστεί
εμείς
θα διαχειριστούμε
εσείς
θα διαχειριστείτε
αυτοί
θα διαχειριστούν

Примеры

Ο διευθυντής διαχειρίζεται τα κεφάλαια της εταιρείας.
Директор управляет финансами компании. · The manager runs the company's funds.
Πώς διαχειρίζεσαι τόσα προβλήματα μόνος;
Как ты справляешься со столькими проблемами один? · How do you cope with so many problems alone?
Διαχειρίστηκαν καλά την κρίση του περασμένου χρόνου.
Они хорошо справились с кризисом прошлого года. · They managed the crisis well last year.
Θα διαχειριστούν οι εργαζόμενοι τα νέα προγράμματα;
Смогут ли сотрудники управлять новыми программами? · Will the employees be able to manage the new programs?