Греческий словарь
с грамматикой

διαφωνώ

[ðiafɔˈno]глаголB1

Значения

1
не соглашаться, возражать
disagree, object · διαφωνώ με τη γνώμη σας — я не согласен с вашим мнением
2
быть в разногласии, не ладить
be at odds, clash · διαφωνούν συχνά — они часто конфликтуют

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαφωνώ
εσύ
διαφωνείς
αυτός
διαφωνεί
εμείς
διαφωνούμε
εσείς
διαφωνείτε
αυτοί
διαφωνούν
Аорист
εγώ
διαφώνησα
εσύ
διαφώνησες
αυτός
διαφώνησε
εμείς
διαφωνήσαμε
εσείς
διαφωνήσατε
αυτοί
διαφώνησαν
Будущее
εγώ
θα διαφωνήσω
εσύ
θα διαφωνήσεις
αυτός
θα διαφωνήσει
εμείς
θα διαφωνήσουμε
εσείς
θα διαφωνήσετε
αυτοί
θα διαφωνήσουν

Примеры

Διαφωνώ με τη δική σας άποψη.
Я не согласен с вашей точкой зрения. · I disagree with your point of view.
Οι δύο πολιτικοί διαφώνησαν δημόσια.
Два политика публично поссорились. · The two politicians clashed publicly.
Πάντα διαφωνούμε για τα πολιτικά θέματα.
Мы всегда не согласны по политическим вопросам. · We always disagree about political issues.
Θα διαφωνήσω με αυτή την απόφαση.
Я буду возражать против этого решения. · I will object to that decision.