Греческий словарь
с грамматикой

διαφοροποίηση

[ðiafɔrɔpɔˈi.si]существительноеη · женский родC1

Значения

1
дифференциация, разнообразие; процесс создания различий
differentiation; diversification; the process of making things different or varied · διαφοροποίηση των προϊόντων — диверсификация продуктов
2
различие, отличие (результат дифференциации)
difference; distinction (the result of differentiation) · η διαφοροποίηση μεταξύ των δύο ομάδων — различие между двумя группами

Грамматика

Ед. ч.
им.
η διαφοροποίηση
вин.
την διαφοροποίηση
род.
της διαφοροποίησης
зват.
διαφοροποίηση
Мн. ч.
им.
οι διαφοροποιήσεις
вин.
τις διαφοροποιήσεις
род.
των διαφοροποιήσεων
зват.
διαφοροποιήσεις

Примеры

Η διαφοροποίηση των υπηρεσιών είναι απαραίτητη για την ανταγωνιστικότητα.
Диверсификация услуг необходима для конкурентоспособности. · Differentiation of services is essential for competitiveness.
Παρατηρούμε σημαντική διαφοροποίηση στις απόψεις των ειδικών.
Мы наблюдаем значительное различие во мнениях экспертов. · We observe significant differentiation in the experts' views.
Οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των κατηγοριών είναι λεπτές αλλά σημαντικές.
Различия между категориями тонкие, но важные. · The distinctions between categories are subtle but important.