Греческий словарь
с грамматикой

διαφορικός

[ðiafoˈrikos]прилагательноеC1

Значения

1
дифференциальный (в математике и физике)
differential (in mathematics and physics) · διαφορικός λογισμός — дифференциальное исчисление
2
различный, неодинаковый
differential, varying · διαφορικές συνθήκες — различные условия

Грамматика

мужской род
им.
διαφορικός
вин.
διαφορικό
род.
διαφορικού
зват.
διαφορικέ
женский род
им.
διαφορική
вин.
διαφορική
род.
διαφορικής
зват.
διαφορική
средний род
им.
διαφορικό
вин.
διαφορικό
род.
διαφορικού
зват.
διαφορικό

Примеры

Η διαφορική εξίσωση περιγράφει τη δυναμική του συστήματος.
Дифференциальное уравнение описывает динамику системы. · The differential equation describes the dynamics of the system.
Ο διαφορικός λογισμός είναι θεμέλιο της ανάλυσης.
Дифференциальное исчисление — основа анализа. · Differential calculus is the foundation of analysis.
Οι διαφορικοί ρυθμοί ανάπτυξης δείχνουν ανισότητες.
Различные темпы роста указывают на неравенство. · Differential growth rates reveal inequality.